DictionaryForumContacts

   
A B C D E F G H I J K L M N P R S T U V W Y Ö   <<  >>
Terms for subject Energy industry (1034 entries)
varmvattenfält πεδíο ζεστοÙ νεροÙ
vätskesolfångare ηλιακóς συλλέκτης θέρμανσης υγροÙ
vätskesolfångare ηλιακóς συλλέκτης θέρμανσης νεροÙ
vattenkraft υδροηλεκτρισμός
vattenkraftspotential υδροηλεκτρικόν δυναμικόν
vattenkraftverk υδροηλεκτρικός σταθμός παραγωγής
vattenkraftverk υδροηλεκτρικός σταθμός
vattenkraftverk med blandad pumpning υδροηλεκτρικός σταθμός μεικτής άντλησης
vattenkraftverk med enkel pumpning καθαρός υδροηλεκτρικός σταθμός
vattenkraftverk med enkel pumpning υδροηλεκτρικός σταθμός άντλησης
vattenkraftverk med kompletterande pumpkraft αποθηκευτικός σταθμός με συνεισφέρουσα άντληση
vattenkraftverk med kortvarig uppdämning υδροηλεκτρικός σταθμός βραχυπρόθεσμης αποθήκευσης
vattenkraftverk med säsongsuppdämning υδροηλεκτρικός σταθμός εποχιακής αποθήκευσης
vattensolfångare ηλιακóς συλλέκτης θέρμανσης νεροÙ
vattensolfångare ηλιακóς συλλέκτης θέρμανσης υγροÙ
växelströmsmätare för aktiv energi μετρητής ενεργού τιμής κατανάλωσης ενέργειας εναλλασσόμενου ρεύματος
växelströmsmätare för aktiv energi μετρητής κατανάλωσης ενέργειας εναλλασσόμενου ρεύματος
växelströmsmätare för reaktiv energi στατικός μετρητής αέργου ισχύος εναλλασσόμενου ρεύματος
växthusavdrivare ηλιακóς αποστακτήρας τÙπου θερμοκηπíου
växthusavdrivare συσκευή αφαλάτωσης τÙπου θερμοκηπíου