DictionaryForumContacts

   Greek
Google | Forvo | +
θερμικώς οξειδωμένο σογιέλαιο που έχει αντιδράσει με μονο- και διγλυκερίδια λιπαρών οξέων ; Ε 479 β
food.ind., chem. termisk oxideret sojaolie omsat med mono- og diglycerider af fedtsyrer; E 479 b